Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

Διάλογος για την κατάρτιση της Εθνικής Στρατηγικής για τα Δάση


Τη Τετάρτη 18 Απριλίου 2018 παραβρέθηκα στη Συνέντευξη Τύπου στη Βουλή των Ελλήνων, όπου ο Αναπληρωτής Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σωκράτης Φάμελλος και η Πρόεδρος της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Προστασίας του Περιβάλλοντος της Βουλής των Ελλήνων, Κατερίνα Ιγγλέζη παρουσίασαν την πρωτοβουλία τους για την έναρξη δημόσιου διαλόγου για την ανάπτυξη μιας Εθνικής Στρατηγικής για τα Δάση (ΕΣΔ) με χρονικό ορίζοντα 20ετίας.

Η διαμόρφωση της ΕΣΔ αποτελεί ένα από τα επόμενα βήματα της κύρωσης των δασικών χαρτών, αφού πλέον τα δάση είναι ορισμένα και θεσμικά και χωρικά, καταλαμβάνοντας περισσότερο από τη μισή έκταση της χώρας. Η ΕΣΔ είναι μια μακροχρόνια συμφωνία της κοινωνίας πάνω σε αρχές και στόχους που συμβάλλουν στον αναπτυξιακό της σχεδιασμό. Οι στόχοι της ΕΣΔ οφείλουν να εναρμονίζονται και να ενσωματώνονται οριζόντια σε όλες τις κοινωνικές και οικονομικές πολιτικές της χώρας.

Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας σε συνεργασία μετην Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Προστασίας Περιβάλλοντος της Βουλής των Ελλήνων, καλούν τα κόμματα, τους κοινωνικούς, οικονομικούς και επιστημονικούς φορείς και όλους τους πολίτες να πάρουν μέρος στη διαμόρφωση της Εθνικής Στρατηγικής για τα Δάση. Μιας στρατηγικής σημαντικής κυρίως για τη χώρα, αλλά και όσους εργάζονται ή θα εργαστούν για την προστασία και διαχείριση των δασών και δασικών εκτάσεων της χώρας. Η προσπάθεια για μια Εθνική Στρατηγική για τα Δάση δεν είναι η πρώτη. Προηγήθηκε αντίστοιχη πρωτοβουλία την περίοδο 1983-1985 η οποία κατέληξε σε μια ολοκληρωμένη πρόταση 25ετούς διάρκειας, που όμως δεν εφαρμόστηκε ποτέ.

Είναι δε ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι παρότι η “Μελέτη Στρατηγικής για την ανάπτυξη της Ελληνικής δασοπονίας και ξυλοπονίας” συντάχθηκε σε μια εποχή με διαφορετικά μέσα και προτεραιότητες, παραταύταείχε όραμα και στοχοθεσία. Αυτή η έλλειψη υλοποίησης της εθνικής στρατηγικής για τα δάση περιόρισε την ανάπτυξη στο χώρο και μεγέθυνε τις αντιπαραθέσεις. Η διαδικασία κύρωσης των δασικών χαρτών έφερε στο φως χρόνια θέματα της ελληνικής υπαίθρου, τα οποία η ελληνική Πολιτεία προσπαθεί να αντιμετωπίσει με σειρά ρυθμίσεων. Η σημερινή πρόταση είναι η Ελληνική δασοπονία να περάσει στην υιοθέτηση ενός άλλου μοντέλου, ενός μοντέλου «μεσογειακής δασοπονίας» στο πλαίσιο των δράσεων για την κλιματική αλλαγή, με χαρακτηριστικά:

  • Συμβολή στην τοπική ανάπτυξη και απασχόληση,
  • Αξιοποίηση των δημόσιων και μη δημόσιων δασών,
  • Προσαρμογή στις ιδιαιτερότητες των Ελληνικών μεσογειακών δασών και στην κλίμακα του μεσογειακού τοπίου, αξιοποιώντας την τοπική γνώση στην διαχείρισή του,
  • Υιοθέτηση παραδοσιακών και καινοτόμων καλών πρακτικών, που βασίζεται στη διεπιστημονικότητα,
  • Αναγνώριση της βόσκησης αγροτικών ζώων ως μέσο διαχείρισης των δασών,
  • Διατήρηση της μοναδικής παγκοσμίως βιοποικιλότητάς τους σε επίπεδο γενετικών πόρων, ειδών, οικοσυστημάτων και τοπίων,
  • Διαφοροποίηση των εργαλείων και των μέσων ανάλογα με τις βιοκλιματικές ζώνες,
  • Αναγνώριση της θήρας ως εργαλείο περιβαλλοντικής διαχείρισης
  • Προστασία των υγροτόπων και των λειτουργιών τους, των χειμαρικών ροών και τα δασολιβαδικών συστημάτων
  • Πρόληψη των πυρκαγιών και των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής.

Οι βασικοί άξονες που θα αναπτυχθεί η ΕΣΔ είναι οι εξής:

· Οικονομία του δάσους

· Κλιματική αλλαγή

· Προστασία και οικοσυστημικές λειτουργίες

· Απογραφή και παρακολούθηση

· Έρευνα και καινοτομία

· Διεθνείς πολιτικές και νομοθεσίες

· Διακυβέρνηση δασικού τομέα

Ο δημόσιος διάλογος για την ΕΣΔ περιλαμβάνει:

· Ειδικές θεματικές συνεδριάσεις της Μόνιμης Επιτροπής Προστασίας Περιβάλλοντος της Βουλής των Ελλήνων

· Θεματικά συμμετοχικά εργαστήρια σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη μέσα στον Μάιο

· Ηλεκτρονικές Διαβουλεύσεις, μεταξύ των οποίων και μέσω www.opengov.gr

· Έκδοση της τελικής Υπουργικής Απόφασης με την Εθνική Στρατηγική για τα Δάση (Σχέδιο Στρατηγικής Ανάπτυξης της Δασοπονίας) το Σεπτέμβριο 2018

Η Ελλάδα, πολύ κοντά στην επέτειο των 200 χρόνων από την κήρυξη του Ελληνικού Κράτους, έχει φτάσει σε υψηλό ποσοστό δασοκάλυψης σε σχέση με το παρελθόν με δάση, στα περισσότερων των οποίων εφαρμόζεται αειφορική διαχείριση για δεκαετίες και τα οποία κυρίως μπορούν να προσφέρουν πληθώρα υπηρεσιών, από ξυλεία κατασκευών και τρόφιμα υψηλής διατροφικής αξίας έως άυλες υπηρεσίες όπως η δέσμευση του διοξειδίου του άνθρακα,η παραγωγή και η διήθηση του νερού. Κατόρθωσε, επίσης, από τη δεκαετία του 1920 με συστηματική και στοχευμένη εργασία, ιδιαίτερα της Δασικής Υπηρεσίας, να διευθετήσει ζημιογόνους ορεινούς χειμάρρους με αποτέλεσμα την αποτροπή της διάβρωσης, της μεταφοράς φερτών υλών και ως εκ τούτουτον σημαντικό περιορισμότων πλημμυρών σε χαμηλότερες ζώνες.

Ο Αναπληρωτής Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σωκράτης Φάμελλος, δήλωσε: "Στην ΕΣΔ σκοπεύουμε να ορίσουμε τους στρατηγικούς στόχους της χώρας για την επόμενη 20ετία. Τα ελληνικά δάση, αν και καλύπτουν σε έκταση τα 2/3 της χώρας δεν συμβάλλουν καθόλου στο ΑΕΠ αυτή. Εμείς πιστεύουμε ότι μπορούν να συμβάλλουν στο 1% του ΑΕΠ της χώρας, προσφέροντας ταυτόχρονα εργασία και ανάπτυξη σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Η Εθνική Στρατηγική για τα Δάση, θα ισχυροποιήσει αυτούς τους στόχους.

Όμως, μια τέτοια ανασυγκρότηση οφείλει να σέβεται τους φυσικούς πόρους και την πλούσια βιοποικιλότητα της χώρας, να εξασφαλίζει το δικαίωμα όλων των πολιτών στις οικοσυστημικές υπηρεσίες, αλλά και να επενδύει στην αειφορία. Ένας στρατηγικός σχεδιασμός αναμένεται να περιορίσει σημαντικά και τις συγκρούσεις αναγκών και χρήσεων γης, διαδικασία που έχει αναδειχθεί και έχει αρχίσει να αντιμετωπίζεται ήδη μέσα από την κύρωση των δασικών χαρτών.

Μετά τις σημαντικές τομές που έχουμε υλοποιήσει, με την ανάρτηση και κύρωση των δασικών χαρτών, τα διαχειριστικά σχέδια βόσκησης, τους φορείς προστατευόμενων περιοχών και την επικαιροποίηση των προδιαγραφών των δασικών διαχειριστικών μελετών, προχωράμε και στη διαμόρφωση μιας μακροπρόθεσμης δασικής στρατηγικής.

Τέλος, η όλη συζήτηση γίνεται στο πλαίσιο της κλιματικής αλλαγής, στην πολιτική της προσαρμογής αλλά και στην κατεύθυνση του μετριασμού. Είναι οι ιδιαίτερα σοβαρές και άμεσες επιπτώσεις που μπορεί να έχουν οι κλιματικές αλλαγές στη ζωή των δασών, στην εκτατική κτηνοτροφία και σε όλες τις δευτερεύουσες καρπώσεις, όπως η αναψυχή ή η παραγωγή Μη Ξυλωδών Δασικών Προϊόντων. Για την Ελλάδα, όπως και για τις υπόλοιπες μεσογειακές χώρες, σοβαρή απειλή για τα δάση και τις υπηρεσίες που παρέχουν αποτελούν οι δασικές πυρκαγιές και κυρίως οι μεγαπυρκαγιές, που και αυτές συνδέονται με την κλιματική αλλαγή.

Όλα αυτά τα θέματα θα τα λάβει υπόψη της η διαβούλευση με τους παραγωγούς και τους επιστήμονες του δασικού χώρου, μέσα από μια ανοιχτή δημοκρατική διαδικασία που ξεκινάει σήμερα από τη Βουλή, διαβουλεύεται με την κοινωνία και επιστρέφει για κύρωση στη Βουλή, ώστε να καταλήξει σε μια 20ετή, δίκαιη και κοινωνικά ισότιμη Εθνική Στρατηγική για τα Δάση."

Η Πρόεδρος της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Προστασίας του Περιβάλλοντος της Βουλής των Ελλήνων, Κατερίνα Ιγγλέζη, δήλωσε:

«Θεωρώ ότι η συνεργασία αυτή είναι πραγματικά ασυνήθιστη για τα δικά μας δεδομένα. Είναι η πρώτη φορά που η κυβέρνηση θέλει να διαμορφώσει Στρατηγική και ανοίγει τον διάλογο με την κοινωνία μέσα από τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Κι αυτό το θεωρώ πολύ σημαντικό. Όταν η εκτελεστική και νομοθετική εξουσία συνεργάζονται μέσα από δημόσιες και δημοκρατικές διαδικασίες ευρείας διαβούλευσης με την κοινωνία, θεωρώ ότι μόνο θετική εξέλιξη μπορούμε να προσδοκούμε. Σήμερα έχουμε ανάγκη από μια νέα πολιτική για το φυσικό περιβάλλον, με σκοπό τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και την αειφορική του διαχείριση στο πλαίσιο της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας. Και σε αυτό ο δασικός τομέας μπορεί να ανακτήσει τον ρόλο του. Ένα άλλο μοντέλο δασοπονίας μπορεί να διευρύνει τις δυνατότητες απασχόλησης, πέρα από τη δασοπονία και σε άλλους τομείς, όπως η παραγωγή μη ξυλωδών προϊόντων, η εκτατική κτηνοτροφία, η δασική αναψυχή. Ένα μοντέλο μεσογειακής δασοπονίας, που θα έχει πραγματικά αναπτυξιακή προοπτική και θα επαναφέρει τον δασικό πλούτο ως παράγοντα για την παραγωγική ανασυγκρότηση της υπαίθρου».


Για μια μεσογειακή δασοπονία

Η οικονομική και κοινωνική συγκυρία των αρχών του 20ου αιώνα και των αμέσως επόμενων δεκαετιών υποχρέωσε τη δασική πολιτική στην Ελλάδα να εστιάσει σε βασικά έργα υποδομής, που είχε ιδιαίτερη ανάγκη η χώρα, όπως η αντιπλημμυρική προστασία και το οδικό δίκτυο, η οργάνωση της Δασικής Υπηρεσίας και η παραγωγή ξυλείας, η προσφορά εργασίας στους ορεινούς και παραδασόβιους πληθυσμούς, ιδιαίτερα μετά την καταστροφική δεκαετία του 1940. Αξιοποιώντας τις γνώσεις και την εμπειρία από τις ανεπτυγμένες τότε δασοπονικά χώρες, κυρίως της Κεντρικής Ευρώπης, οι Έλληνες δασολόγοι από τη δεκαετία του ‘20 και μετά, οργάνωσαν τη Δασική Υπηρεσία, αντιμετώπισαν σε μεγάλο βαθμό τα ιδιαίτερα πιεστικά χειμαρρικά φαινόμενα και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για σταδιακή αύξηση της παραγωγής και της ποιότητας της ξυλείας για διάφορες χρήσεις. Η Δασική Υπηρεσία συνέβαλλε επίσης αποφασιστικά στη διατήρηση της βιοποικιλότητας στην ορεινή και ημιορεινή χώρα και ουσιαστικά έθεσε τις βάσεις για την μετέπειτα ανάπτυξη του ορεινού τουρισμού, παρότι αυτοί δεν ήταν οι κύριοι στόχοι της διαχείρισης. Η μακρόχρονη, όμως, αδυναμία της Πολιτείας να ασκήσει ολιστικές πολιτικές, να έχει μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και να οριοθετήσει το δασικό οικοσύστημα με την κύρωση δασικών χαρτών, μετέτρεψαν τα δάση από εν δυνάμει παραγωγικό και αναπτυξιακό τομέα της οικονομίας, σε τομέα καταπατήσεων, αποσπασματικών δράσεων και παρεμπόδισης αναπτυξιακών δραστηριοτήτων, που ήταν όμως απαραίτητες για την τοπική και εθνική οικονομία.

Σήμερα, η Ελληνική δασοπονία και ο κύριος φορέας της στην Ελλάδα, η Δασική Υπηρεσία, με τα επιτεύγματα και την εμπειρία του 20ου αιώνα ως κληρονομιά και με τη διαδικασία ανάρτησης και κύρωσης δασικών χαρτών να υλοποιείται με γοργούς ρυθμούς, μπροστά στις νέες προκλήσειςθα πρέπει:

  • να συνδράμει ουσιαστικά στην υλοποίηση των στόχων και των πολιτικών της ΕΕ και διεθνών οργανισμών, πχ. Στρατηγική για τα Δάση της ΕΕ, Στρατηγική για το Κλίμα της ΕΕ, Στρατηγική για τη Βιοποικιλότητα της ΕΕ, αλλά και να υλοποιήσει τις επιταγές της εθνικής νομοθεσίας, υπό το πρίσμα της ικανοποίησης της πρόβλεψης περί δάσους-δημόσιου αγαθού και προσφοράς του στη σημερινή εποχή.

  • να διατηρήσει και να αυξήσει το σημερινό ποσοστό δασοκάλυψης και να αυξήσει τις μακροπρόθεσμες δυνατότητες δέσμευσης και ταμίευσης άνθρακα

  • να συνεχίσει και να εξειδικεύσει την υδρονομική διαχείριση των δασών,
  • να εξασφαλίσει την αποκατάσταση των πληγέντων δασών από οποιαδήποτε αιτία, με προτεραιότητα στα παρόχθια και υδροχαρή δάση, στους προστατευόμενους δασικούς τύπους οικοτόπων, στα περιαστικά δάση και στα άλση,
  • να υποστηρίξει ένα άλλο μοντέλο δασοπονίας, το οποίο υλοποιώντας τους παραπάνω στόχους θα διευρύνει τις δυνατότητες απασχόλησης πέρα από τη δασοπονία, σε άλλους τομείς της πρωτογενούς παραγωγής, όπως είναι οι νέες προοπτικές αξιοποίησης του ξύλου, η παραγωγή μη ξυλωδών δασικών προϊόντων, η εκτατική κτηνοτροφία, η θήρα και η δασική αναψυχή. Ένα νέο μοντέλο που θα δίνει πραγματικό προϊόν και πραγματική εργασία, που θα εξασφαλίζει παραγωγική ανασυγκρότηση και θα έχει αναπτυξιακή προοπτική.
  • να υποστηρίξει τη δημιουργία και ανόρθωση αστικών και περιαστικών δασών, ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις όπως Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Λάρισα, Πάτρα, κ.λπ.
  • * να υποστηρίξει την έρευνακαι την καινοτομία στα σχετικά πεδία σε εθνικό και διεθνές επίπεδο και να αποκτήσει συστηματική παρουσία στις προσπάθειες στήριξης της δασοπονίας στην Ανατολική Μεσόγειο, λαμβάνοντας υπόψη τις σοβαρές απειλές της κλιματικής αλλαγής και της αλλαγής χρήσεων γης.


Κρίσιμη προϋπόθεση υλοποίησης των στόχων αυτών είναι η συνέχεια και η συνέπεια στην εφαρμογή της αειφορικής διαχείρισης των μεσογειακών δασών, καθώς και η εισαγωγή δασικών διαχειριστικών πρακτικών, πέρα από τις “παραδοσιακές” δραστηριότητες της δασοπονίας. Μεγάλο μέρος των δασών της χώρας βρίσκονται μέσα σε βιοκλιματικές ζώνες με μεσογειακό ή με έντονα στοιχεία μεσογειακού χαρακτήρα. Σε αυτά τα δάση η παροχή άλλων υπηρεσιών, όπως η ρύθμιση του μικροκλίματος, το νερό, η προστασία της βιοποικιλότητας, η στήριξη της εκτατικής κτηνοτροφίας, η στήριξη της μελισσοκομίας και της παραγωγής άλλων μη ξυλωδών δασικών προϊόντων, οι δραστηριότητες αναψυχής (θήρα, ορειβασία, πεζοπορία, παρατήρηση και φωτογράφηση άγριας ζωής, αλιεία, κατασκήνωση κ.λπ.) έχουν ανάγκη την ένταξη τους σε μακροχρόνια σχεδιασμένη διαχείριση.

Ζητούμενο είναι επομένως η εφαρμογή μιας προσέγγισης της διαχείρισης των δασών με εφαρμογή σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο στο πρότυπο του λεπτομερούς τεχνικού και οικονομικού σχεδιασμού, αλλά με αυξημένη ευελιξία και εμπλουτισμένο περιεχόμενο. Σε τοπικό επίπεδο, η διαχείριση των δασών γίνεται μέσα από τις δασοπονικές μελέτες, οι οποίες σήμερα επικαιροποιούνται ώστε να συμπεριλάβουν μελλοντικές ανάγκες και προκλήσεις.

Έχει έρθει η ώρα, με άλλα λόγια, η Ελληνική δασοπονία να περάσει στην υιοθέτηση ενός άλλου μοντέλου, ενός μοντέλου «μεσογειακής δασοπονίας»:

* ικανής να διαφοροποιείται ως προς τα εργαλεία σχεδιασμού και τα μέσα μεταξύ των δασών, ανάλογα με τις βιοκλιματικές ζώνες που αυτά απαντούν,

* προσαρμοσμένης στις ιδιαιτερότητες των Ελληνικών μεσογειακών δασών και ικανής να προσαρμόζεται στην κλίμακα του μεσογειακού τοπίου, αναγνωρίζοντας την ιστορικότητά του και σεβόμενη την τοπική γνώση στην διαχείρισή του, διατηρώντας έτσι το μωσαϊκό και την ποικιλία των χρήσεων γης

* ανοιχτή στη συνεργασία με τις τοπικές κοινωνίες, επιδεκτική στην υιοθέτηση παραδοσιακών και καινοτόμων καλών πρακτικών, που βασίζεται στη διεπιστημονικότητα και διευκολύνει την επιστημονική συνεργασία και έρευνα,

* που συμβάλλει στην τοπική ανάπτυξη και απασχόληση συνεισφέροντας σημαντικά στο ΑΕΠ,

* που αναγνωρίζει το ρόλο των δημόσιων και μη δημόσιων δασών στην επίτευξη των σκοπών της ΕΣΔ,

* που αναγνωρίζει το ρόλο της βόσκησης αγροτικών ζώων ως μέσο διαχείρισης των δασών,

* που θέτει ως στόχο τη διατήρηση της μοναδικής παγκοσμίως βιοποικιλότητάς τους σε επίπεδο γενετικών πόρων, ειδών, οικοσυστημάτων και τοπίων, ως κιβωτούς της βιοποικιλότητας της ΕΕ, που σε συνεργασία με τις τοπικές κοινωνίες και την πολυλειτουργικότητα που υποστηρίζουν μπορούν να δημιουργήσει νέες προοπτικές αξιοποίησής τους

* που αναγνωρίζει το ρόλο της θήρας ως εργαλείο περιβαλλοντικής διαχείρισης

* που προστατεύει τους υγρότοπους και τις υγροτοπικές λειτουργίες και τις ρεματιές και την παραποτάμια και παρόχθια βλάστηση και που αξιοποιεί τα δασολιβαδικά συστήματα,

* μιας δασοπονίας που θα αντιμετωπίζει τις πυρκαγιέςκαι τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής κυρίως μέσω της προληπτικής διαχείρισης και δευτερευόντως της καταστολής.

Η επίτευξη των φιλόδοξων αυτών αλλαγών, θα δημιουργήσουν βραχυπρόθεσμες, μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες ωφέλειες σε όλους τους τομείς σε περιβαλλοντικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο σε συγκεκριμένους στόχους και δείκτες (παρόμοια με τα κριτήρια και τους δείκτες αειφορικής διαχείρισης των δασών), οι οποίοι θα βρίσκονται σε ετήσιο απολογισμό και πιθανή αναθεώρηση. Ωφέλειες που θα γίνουν πιο άμεσα αντιληπτές από όσες και όσους ζουν κι εργάζονται κοντά στα δάση, αλλά έμμεσα θα ωφελήσουν το σύνολο της Ελληνική κοινωνίας.

Η επίτευξη τους εξαρτάται από την ποιότητα του στρατηγικού σχεδιασμού και τη δέσμευση όλων των κοινωνικών εταίρων να συμβάλλουν ενεργά σε ό,τι αναλογεί στο καθένα.

Για το λόγο αυτό το ΥΠΕΝ λαμβάνει την πρωτοβουλία σε συνεργασία με την Επιτροπή Περιβάλλοντος της Βουλής να καλέσει σε αυτή την προσπάθεια όλους όσους έχουν αρμοδιότητα ή ενδιαφέρον να συμβάλλουν στην Εθνική Στρατηγική για τα Δάση

Σήμερα, βρισκόμαστε στο σημείο, που καλούμαστε να διαμορφώσουμε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης της χώρας, που δεν θα στηρίζεται στη σπατάλη των φυσικών πόρων. Η Πολιτεία, οφείλει να εξασφαλίζει το δικαίωμα όλων των πολιτών στις οικοσυστημικές υπηρεσίες και να επενδύει στην αειφορική παροχή τους. Η περιβαλλοντική πολιτική των επόμενων δεκαετιών οφείλει να θέσει τις βάσεις, ώστε να μειωθούν οι κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, ενώ παράλληλα οφείλει να προστατέψει την κοινωνική πλειοψηφία από την ανάληψη του κόστους υποβάθμισης του περιβάλλοντος, είτε λόγω της επιδείνωσης των συνθηκών ζωής της, είτε λόγω του εκτοπισμού παραγωγικών δραστηριοτήτων. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι τα θέματα αυτά μπορούν να αντιμετωπιστούν συντεταγμένα μόνο μέσω της κατάρτισης μιας εθνικής στρατηγικής για τα δάση, δηλαδή μια μακροχρόνιας συμφωνίας της κοινωνίας πάνω σε αρχές και στόχους που είναι εναρμονισμένες και ενσωματώνονται οριζόντια σε όλες τις υπόλοιπες κοινωνικές και οικονομικές πολιτικές της χώρας, ενώ συμβάλλουν και στον αναπτυξιακό της σχεδιασμό.

Χθες ειδικοί καλεσμένοι της Βουλής, εκπρόσωποι της ελληνικής επιστημονικής κοινότητας ανέλυσαν την άποψή τους για την κατεύθυνση της Εθνικής Στρατηγικής για τα Δάση.

Πρόκειται για τους:

- Απόστολο Σκαλτσογιάννη, Καθηγητή, Τμήμα Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος ΑΠΘ

- Φίλιππο Αραβανόπουλο, Πρόεδρο Επιστημονικού Συμβουλίου ΕΛΓΟ - ΔΗΜΗΤΡΑ

- Γεώργιο Φωτιάδη, Επίκουρο Καθηγητή, Τμήμα Δασοπονίας & Διαχείρισης Φυσικού Περιβάλλοντος, ΤΕΙ Στερεάς Ελλάδας

- Νικόλαο Γρηγοριάδη, Πρόεδρο Ελληνικής Δασολογικής Εταιρείας

- Κωνσταντίνο Δημόπουλο, Γενικό Διευθυντή, Γενική Διεύθυνση Δασών και Δασικού Περιβάλλοντος Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας