Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2018

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ της ΕΚΘΕΣΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ από ΕΚΠΑΑ




Το Εθνικό Κέντρο Περιβάλλοντος και Αειφόρου Ανάπτυξης (ΕΚΠΑΑ) διοργάνωσε την Πέμπτη 1η Νοεμβρίου 2018, εκδήλωση για την παρουσίαση της Έκθεσης Κατάστασης Περιβάλλοντος (ΕΚΠ) στην Ελλάδα. Πολλές προσωπικότητες από το χώρο του Περιβάλλοντος, εκπρόσωποι υπουργείων, πολιτικοί συγκεντρώθηκαν στον χώρο του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, όπου έγινε μια ανάλυση σε γενικά σημεία της Έκθεσης. Πρόκειται για την 4η Έκθεση Κατάστασης Περιβάλλοντος της Ελλάδας, η οποία εκπονείται για πρώτη φορά μετά το 2013.

Η Έκθεση αποτελεί μια ολοκληρωμένη παρουσίαση των εξελίξεων και των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι βασικοί τομείς του περιβάλλοντος και έχει στόχο την λεπτομερή ενημέρωση πολιτών και Πολιτείας, αλλά και τη σύνδεση με την αντίστοιχη έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος. Για την εκπόνηση της Έκθεσης το ΕΚΠΑΑ συνεργάστηκε με πανεπιστημιακούς φορείς, ερευνητικά κέντρα και τεχνικές εταιρείες.

Το χαιρετισμό έκανε η κ.Βροντίση Ζωή, Πρόεδρος ΔΣ ΕΚΠΑΑ, καθώς κι ο κ. Φάμελλος, Αναπλ. Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Στους ομιλητές ο κ.Δημαράς Γεώργιος, Υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η κ.Ιγγλέζη Κατερίνα, Πρόεδρος της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Προστασίας Περιβάλλοντος της Βουλής... Κι επίσης με τα εξής θέματα:
- «Κλιματική Αλλαγή, Ποιότητα Ατμόσφαιρας, Ακουστικό Περιβάλλον» Μιχαλόπουλος Νικόλαος, καθηγητής, Δ/ντής ΙΕΠΒΑ- Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών
- «Διαχείριση Υδατικών Πόρων», Γκίνη Μαρία, Προϊσταμένη της Δ/νσης Προστασίας & Διαχείρισης Υδάτινου Περιβάλλοντος, Ειδική Γραμματεία Υδάτων, ΥΠΕΝ
- «Φύση- Βιοποικιλότητα», Κατή Βασιλική, αναπλ. καθηγήτρια τμ. Βιολογικών Εφαρμογών και Τεχνολογιών, Παν. Ιωαννίνων
- «Διαχείριση Αποβλήτων», Σωτηρόπουλος Ανδρέας, Περιβαλλοντολόγος, MSc, Terra Nova Ε.Π.Ε.

Στην ΕΚΠ 2018 περιλαμβάνονται λεπτομερείς πληροφορίες για τη κατάσταση του περιβάλλοντος στην Ελλάδα στους τομείς της κλιματικής αλλαγής, της ποιότητας της ατμόσφαιρας, του θορύβου, της φύσης, των υδάτων, των αποβλήτων και των οριζόντιων περιβαλλοντικών θεμάτων, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία... παρέχοντας σε όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς μια αντικειμενική βάση στοιχείων και πληροφοριών. Η νέα Έκθεση για το Περιβάλλον έρχεται σε μια περίοδο όπου η χώρα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Η Ελλάδα αρχίζει μετά από χρόνια ύφεσης να διαμορφώνει τη στρατηγική ευημερίας και προόδου για την ουσιαστική έξοδο της από την πολύπλευρη οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική κρίση με στόχο τη δημιουργία μιας ανθεκτικής κι ευημερούσας κοινωνίας, που αντέχει στις εξωτερικές και περιβαλλοντικές απειλές.

Σύμφωνα με τη κ.Βροντίση, κρίσιμο στάδιο σε αυτή την πορεία θα αποτελέσει η αναγνώριση από το σύνολο των κοινωνικών εταίρων πολιτείας ότι το περιβάλλον είναι βασικό στοιχείο ταυτότητας και ταυτόχρονα αναπτυξιακός πόρος για την Ελλάδα. Ως τέτοιο, η προστασία του αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για ένα νέο, βιώσιμο μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης, θέτοντας τις βάσεις για κοινωνική ευημερία, παραγωγική εργασία, δίκαιη ανάπτυξη αλλά και διαφύλαξη του φυσικού πλούτου. Είναι τώρα η ώρα στρατηγικών αποφάσεων, ώστε η χώρα να καταφέρει να αξιοποιήσει βιώσιμα το απαράμιλλο φυσικό και ανθρώπινο πλούτο της, χωρίς να δεσμευτεί σε επιλογές και δραστηριότητες που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την μοναδική φύση μας και την ευημερία των παιδιών μας.

Ταυτόχρονα με τις εθνικές προκλήσεις, ολόκληρη η παγκόσμια κοινότητα βρίσκεται μπροστά σε κρίσιμες αποφάσεις, που θα καθορίσουν την πορεία της ανθρωπότητας για τις δεκαετίες που έρχονται. Η μετάβαση σε ένα σύστημα χαμηλών εκπομπών, κυκλικής οικονομίας και υψηλής βιοποικιλότητας αποτελούν αναγνωρισμένη προτεραιότητα όλο και περισσότερων κοινωνικών εταίρων, σε όλες τις γωνιές του πλανήτη. Η επιστημονική κοινότητα έχει ήδη καταθέσει προτάσεις για μέτρα που οφείλουν πλέον άμεσα να υλοποιηθούν με υπευθυνότητα και με την αίσθηση του επείγοντος ώστε να εξασφαλίσουμε ένα βιώσιμο μέλλον για εμάς και τις επόμενες γενιές. Οι νέες αυτές πολιτικές μπορούν να αποτελέσουν ευκαιρία για μια παγκόσμια βιώσιμη ανάπτυξη, όπως αυτή περιγράφεται από τους 17 Στόχους για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη του ΟΗΕ. Οι στόχοι αυτοί αποτελούν μια παγκόσμια παρακαταθήκη και ένα χρήσιμο εργαλείο για την πράσινη και δίκαιη μετάβαση, συνδέοντας βασικούς κοινωνικούς στόχους, όπως η εξάλειψη της φτώχειας και η δίκαιη εργασία, με στόχους για την προστασία του περιβάλλοντος, την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, την μετάβαση σε νέα παραγωγικά και καταναλωτικά πρότυπα.

Επίσης οι ίδιοι στόχοι αποτελούν και κοινωνικές προτεραιότητες, για τις οποίες χρειάζεται αντικειμενική και διαχρονική παρακολούθηση μέσω κατάλληλων στοιχείων δεικτών. Στο πλαίσιο αυτό το ΕΚΠΑΑ παρουσιάζει σήμερα την Έκθεση Κατάστασης Περιβάλλοντος για την Ελλάδα, η οποία εκπονήθηκε σε συνεργασία με πανεπιστημιακούς φορείς, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ερευνητικά κέντρα και μελετητικές εταιρείες. Το Εθνικό Κέντρο Περιβάλλοντος και Αειφόρου Ανάπτυξης (ΕΚΠΑΑ) ιδρύθηκε το 2000 για να συνεισφέρει στην επίτευξη της ενσωμάτωσης της περιβαλλοντικής διάστασης στην ευρύτερη αναπτυξιακή πολιτική, σε επιμέρους τομείς και στον στρατηγικό σχεδιασμό, παρέχοντας την κατάλληλη τεχνογνωσία και αντικειμενική πληροφόρηση. Μετά την ανάκτηση της διοικητικής και οικονομικής του αυτοτέλειας, το 2015, το ΕΚΠΑΑ ανέλαβε ενεργό δράση για την υποστήριξη της Ελληνικής Πολιτείας στην κατάρτιση και εφαρμογή ορθών και αποτελεσματικών πολιτικών στους τομείς του περιβάλλοντος και της βιώσιμης ανάπτυξης.

Με την ετήσια έκδοση της Έκθεσης Κατάστασης Περιβάλλοντος, στόχος είναι η παροχή σταθερής και αξιόπιστης πληροφόρησης, ώστε όλοι οι κοινωνικοί εταίροι να μπορούν να διαθέτουν επαρκή στοιχεία για να αναλάβουν δράση για την προστασία και την βελτίωση του φυσικού μας περιβάλλοντος και ταυτόχρονα της ευημερίας μας. Άλλωστε, μόνο την προστασία του περιβάλλοντος και βάζοντας σε εφαρμογή τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης, μπορούν να δημιουργηθούν πραγματικές ευκαιρίες διεξόδου από την πολύπλευρη κοινωνική, οικονομική και περιβαλλοντική κρίση.

H συντελούμενη κλιματική αλλαγή αποτελεί αναμφισβήτητα το σημαντικότερο περιβαλλοντικό ζήτημα σε παγκόσμιο επίπεδο, επιφέροντας συνέπειες για τα οικοσυστήματα, αλλά και τους περισσότερους τομείς της ανθρώπινης ζωής και δραστηριότητας, οι οποίες αναμένονται να οξυνθούν στα χρόνια που έρχονται.
Αναγνωρίζοντας το ρόλο των αυξημένων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από ανθρωπογενείς δραστηριότητες στην παρατηρούμενη αύξηση της θερμοκρασίας, η διεθνής δράση για τον περιορισμό τους με στόχο τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής έχει ενταθεί τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Στο Παράρτημα Α παρέχεται αναλυτική περιγραφή της διεθνούς, ευρωπαϊκής και εθνικής νομοθεσίας, σχετικά με την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Στη σύμβαση πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή (United Nations Framework Convention on Climate Change - UNFCCC) συμφωνήθηκε ο περιορισμός της αύξησης της παγκόσμιας μέσης θερμοκρασίας, σε λιγότερο από 2oC σε σχέση με τα προ-βιομηχανικά επίπεδα. Οι δεσμεύσεις των κρατών για μειώσεις εκπομπών καθορίσθηκαν από το πρωτόκολλο του Κιότο.

Ο στόχος επαναλαμβάνεται στην πρόσφατη συμφωνία των Παρισίων με αναφορά στην καταβολή προσπαθειών για περαιτέρω περιορισμό στους 1,5 oC. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία είναι ευθυγραμμισμένη με τους διεθνείς στόχους και έχει δεσμευθεί για μειώσεις 20% των εκπομπών του θερμοκηπίου έως το 2020 και 30% έως το 2030, η οποία επιδιώκεται κυρίως μέσω του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων αερίων του θερμοκηπίου (Emissions Trading System - ETS) και καθορισμένων μειώσεων σε εθνικό επίπεδο από τομείς που δεν εντάσσονται στο σύστημα, στο πλαίσιο του επιμερισμού της προσπάθειας μείωσης των εκπομπών (effort sharing). Ακόμα και αν οι προσπάθειες για τον περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου αποβούν επιτυχείς, η μεταβολή των κλιματικών συνθηκών έως έναν βαθμό είναι αναπόφευκτη, με αποτέλεσμα να απαιτείται συμπληρωματική δράση προς την προσαρμογή στις συνέπειες της.

Στην ΕΕ έχει υιοθετηθεί στρατηγική για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, που προωθεί και συντονίζει σχετικές δράσεις σε όλες τις χώρες, διασφαλίζοντας ότι ο παράγοντας της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή λαμβάνεται υπόψη σε κάθε συναφή τομέα πολιτικής. Σε εθνικό επίπεδο, έχει εκπονηθεί και εγκριθεί η Εθνική Στρατηγική για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή (ΕΣΠΚΑ)[ΥΠΕΝ, 2016]. Στο Παράρτημα Β περιγράφεται η ευρωπαϊκή και εθνική νομοθεσία, σχετικά με την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και παρουσιάζεται συνοπτικά η ΕΣΠΚΑ καθώς και δράσεις προσαρμογής σε άλλες τομεακές πολιτικές. Η περιοχή της Μεσογείου είναι ιδιαίτερα ευπρόσβλητη στην κλιματική αλλαγή λόγω της περαιτέρω επιδείνωσης που επιφέρει στις κλιματικές συνθήκες που χαρακτηρίζονται από υψηλές θερμοκρασίες και ξηρασία. Σε συνδυασμό με τη μεταβολή του μέσου κλίματος, η αύξηση της συχνότητας και έντασης των ακραίων φαινομένων αναμένονται να επιφέρουν σημαντικές επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία και σε κύριους τομείς της οικονομίας όπως η γεωργία και ο τουρισμός.

Σε αυτό το πλαίσιο είναι σημαντική η παρακολούθηση και αξιολόγηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και των μεταβαλλόμενων κλιματικών παραμέτρων και των σχετιζομένων ακραίων φαινομένων. Αντίστοιχο καίριο ρόλο έχει η καταγραφή και ανάλυση των πολιτικών και μέτρων που στοχεύουν στο μετριασμό της κλιματικής αλλαγής (ενότητα 2), αλλά των δράσεων προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή. Στη συνέχεια παρουσιάζονται οι κύριες τάσεις εκπομπών αερίων θερμοκηπίου (ΕΑΘ) στην Ελλάδα. Τα δεδομένα προέρχονται από τις επίσημες αναφορές της χώρας προς την UNFCCC (UNFCCC, 2017), για το έτος αναφοράς 2015. Τα αποτελέσματα αναλύονται ανά τομέα εκπομπής και ανά αέριο του θερμοκηπίου. Το 2015 οι συνολικές ΕΑΘ στη χώρα, εξαιρώντας τη συνεισφορά του τομέα χρήσης γης, αλλαγής χρήσης γης και δασοπονίας (LULUCF) ανήλθαν σε 95,7 Μt ισοδυνάμου CO2, μειωμένες κατά 7,1% σε σχέση με το έτος βάσης 1990. Σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο έτος η μείωση ανέρχεται σε 3,6%. Στη συνέχεια σημειώνεται σημαντική πτώση (27,3% για την περίοδο 2008-2015).

Οι εκπομπές έτους βάσης για την Ελλάδα ως προς τον στόχο του πρωτοκόλλου του Κιότο (1990 για τα CO2, CH4, N2O και 1995 για τα φθοριούχα αέρια του θερμοκηπίου) αντιστοιχούν σε 105,9 Μt. Καθώς η συνεισφορά του τομέα LULUCF έχει αρνητικό αποτέλεσμα ως προς το ισοζύγιο εκπομπών διαχρονικά, δε συμπεριλαμβάνεται κατά τον υπολογισμό των εκπομπών του έτους βάσης. Οι εκπομπές που αναλογούν στην Ελλάδα για την περίοδο 2008-2012, σύμφωνα με την απόφαση των χωρών της ΕΕ για κοινή επίτευξη των στόχων του πρωτοκόλλου η οποία επιτρέπει στη χώρα αύξηση 25% κατ’ έτος, είναι 662,9 Mt. Οι συνολικές εκπομπές, που υπολογίζονται γι’ αυτό το διάστημα ανέρχονται σε 601,8 Mt (χωρίς LULUCF) και μάλλον συνδέονται με την οικονομική κρίση.