Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2018

Νέος ευρωπαϊκός Κανονισμός για τη βιολογική γεωργία


Ο νέος Κανονισμός 2018/848 για τη βιολογική παραγωγή προβλέπει μια νομοθετική αλλαγή “ορόσημο” κι υπόχεται μεγάλες προοπτικές για την καλλιέργεια των παραδοσιακών ποικιλιών. Μετά από πολυετείς διαπραγματεύσεις, για πρώτη φορά, από τον Ιανουάριο του 2021, θα επιτραπεί η διάθεση στο εμπόριο χωρίς τους σημερινούς περιορισμούς, παλιών παραδοσιακών ποικιλιών, τις οποίες θα μπορούν οι βιολογικοί παραγωγοί να καλλιεργούν και να αναπαράγουν χωρίς να χρειάζεται άδεια παρέκκλισης.

Το Πελίτι και η Ένωση Βιοκαλλιεργητών Βορείου Ελλάδος συμμετείχαν στην ημερίδα με θέμα «Οι σπόροι στον νέο Κανονισμό για τη Βιολογική Γεωργία», στις 16 Οκτωβρίου 2018, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που διοργανώθηκε από τους: Artemisia, Arche Noa, Greens/EFA, ALDE, S&D, EPP κι από εκεί αντλώ τις λεπτομερείς πληροφορίες. Ο νέος Κανονισμός ανοίγει το δρόμο για να ξανασυνδεθεί η βιοποικιλότητα με την επαγγελματική γεωργία και με την διατροφή μας. Επιπλέον, θα διατίθενται στην αγορά πραγματικοί βιολογικοί σπόροι, που δεν χρειάζονται φυτοφάρμακα και λιπάσματα κι έτσι θα μειωθεί σταδιακά η εξάρτηση από τους μη βιολογικούς σπόρους.

Τα οφέλη είναι πολλαπλά:

Για τους βιολογικούς αγρότες: Θα αποδεσμευτούν από τη διαδικασία της παρέκκλισης (ειδική άδεια που ζητούν για να καλλιεργήσουν παραδοσιακές ποικιλίες επειδή αυτές οι ποικιλίες δεν επιτρέπεται, πλην ορισμένων εξαιρέσεων, να κυκλοφορούν στην αγορά). Επίσης, θα έχουν κίνητρο να ασχοληθούν με τη φυσική βελτίωση των παραδοσιακών ποικιλιών, την προσαρμογή τους στην κάθε περιοχή και την αύξηση της παραγωγικότητάς τους. Έτσι οι παλιές ποικιλίες θα γίνουν πιο παραγωγικές και περισσότεροι αγρότες θα μπορούν να τις επιλέγουν και να τις καλλιεργούν κάθε χρόνο χωρίς έξοδα, αντί να αγοράζουν κάθε χρόνο εμπορικά υβρίδια.

Για τους καταναλωτές: θα μεγαλώσει η διατροφική αξία και η ποικιλία των γεύσεων στο τραπέζι. Μεγαλύτερη βιοποικιλότητα σημαίνει καλύτερη υγεία. Εκτός από την πλούσια γευστική εμπειρία που μας προσφέρουν οι παλιές ποικιλίες, το σώμα μας έχει ανάγκη τα πολλά και διαφορετικά θρεπτικά συστατικά τους.

Για τον πλανήτη και τις επόμενες γενιές: Οι παλιές ποικιλίες προσαρμόζονται στις κλιματικές αλλαγές επειδή έχουν πολύ πλούσια γενετική βάση. Για τον ίδιο λόγο είναι ανθεκτικές στα ζιζάνια και τις ασθένειες και δεν χρειάζονται φυτοφάρμακα και λιπάσματα, όπως οι εμπορικές υβριδικές ποικιλίες. Επομένως η συνέχιση της καλλιέργειας των παραδοσιακών ποικιλιών, η οποία έχει περιοριστεί τα τελευταία 60 χρόνια, θα βοηθήσει το έδαφος του πλανήτη, που έχει νεκρωθεί από τη συνεχή χρήση χημικών σκευασμάτων, να αναζωογονηθεί. Επίσης, διασφαλίζει στις επόμενες γενιές την ελεύθερη πρόσβαση στο αναντικατάστατο κοινό αγαθό των σπόρων.


Η ισχύουσα νομοθεσία

Τόσο στη συμβατική, όσο και στη βιολογική γεωργία σήμερα, η νομοθεσία επιτρέπει την πώληση μόνο των ποικιλιών, που έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, ομοιόμορφα, διακριτά και σταθερά. Τις ιδιότητες αυτές μπορούν να τις έχουν σχεδόν μόνο οι εμπορικές ποικιλίες λόγω του εργαστηριακού περιορισμού, που υφίσταται η γενετική τους βάση. Αντίθετα, οι παραδοσιακές ποικιλίες, λόγω της πλούσιας γενετικής τους βάσης, παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία και διαφορετικότητα. Ενώ αυτή ακριβώς η διαφορετικότητα και η ποικιλία είναι ο πλούτος και η αξία των παραδοσιακών ποικιλιών για την ανθρωπότητα και το οικοσύστημα, αντίθετα για την ισχύουσα νομοθεσία αποτελεί το εμπόδιο που αποκλείει την εμπορική τους διάθεση.

Οι αρνητικές συνέπειες της σημερινής νομοθεσίας για τους αγρότες και το οικοσύστημα

Η στενή γενετική βάση που έχουν τα εμπορικά υβρίδια τύπου F1 τα κάνει μεν ιδιαίτερα παραγωγικά, ταυτόχρονα όμως εξασθενεί την αναπαραγωγική τους ικανότητα και τα καθιστά πιο ευαίσθητα σε προσβολές. Αυτό σημαίνει ότι οι αγρότες μπορεί να έχουν μεγαλύτερη παραγωγή, αλλά δεν ενδείκνυται να κρατήσουν σπόρο για την επόμενη χρονιά. Επομένως το κέρδος από την μεγαλύτερη παραγωγή, μειώνεται από τη σημαντική οικονομική επιβάρυνση για την αγορά λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων και σπόρων κάθε χρονιά.

Η επικράτηση των εμπορικών ποικιλιών και των υβριδίων τύπου F1 έχει επιβαρύνει το έδαφος σε όλο τον πλανήτη λόγω της αναγκαίας χρήσης αγροχημικών. Παράλληλα, η εγκατάλειψη της συστηματικής καλλιέργειας των παραδοσιακών ποικιλιών έχει συμβάλει στην απώλεια της βιοποικιλότητας σε ποσοστό 75% του αγροτικού γενετικού υλικού.

Τι αλλάζει

Νέες κατηγορίες αναπαραγωγικού υλικού που εξαιρούνται από την ισχύουσα νομοθεσία
Ο νέος Κανονισμός 2018/848 αναγνωρίζει τις ιδιαίτερες ανάγκες της βιολογικής γεωργίας για αναπαραγωγικό υλικό (σπόροι, μοσχεύματα, φυτά), το οποίο θα είναι ανθεκτικό στις ασθένειες και θα μπορεί να προσαρμόζεται στο έδαφος, στις κλιματικές συνθήκες και στις ειδικές καλλιεργητικές πρακτικές της βιολογικής γεωργίας. Καθιερώνονται δύο νέες κατηγορίες αναπαραγωγικού υλικού, τις οποίες οι βιοκαλλιεργητές θα μπορούν να χρησιμοποιούν και / ή να εμπορεύονται οι ίδιοι.

«Βιολογικό ετερογενές υλικό». Περικλείει ό,τι ονομάζουμε σήμερα «παλιές ποικιλιές», «παραδοσιακές ποικιλίες», «πληθυσμούς». Αναφέρεται δηλαδή σε ομάδες φυτών που ανήκουν μεν ταξινομικά στην ίδια βαθμίδα και παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά, ωστόσο έχουν τόσο υψηλό επίπεδο ποικιλομορφίας που δεν μπορούν να αντιπροσωπευθούν από μικρό αριθμό μονάδων (πχ σπόρων), αλλά μόνο από το σύνολο τους. Το «βιολογικό ετερογενές υλικό» δεν είναι μείγμα ποικιλιών, ούτε ποικιλία με την έννοια της ισχύουσας νομοθεσίας.

«Βιολογικές ποικιλίες». Αποτελούν ποικιλίες σύμφωνα με την έννοια της ισχύουσας νομοθεσίας, (έχουν δηλαδή χαρακτηριστικά διακριτά και αναπαράγονται χωρίς να μεταβάλλονται) ωστόσο οι μεμονωμένες αναπαραγωγικές μονάδας χαρακτηρίζονται από υψηλή ποικιλότητα μεταξύ τους, επομένως είναι πιο κατάλληλες για τη βιολογική γεωργία. Επίσης, έχουν παραχθεί υπό συνθήκες βιολογικής γεωργίας από την αρχή, σε αντίθεση με τους σημερινούς «βιολογικούς σπόρους» των οποίων η πολυετής βελτίωση γίνεται εκτός βιολογικής γεωργίας και αναπαράγονται βιολογικά μόνο την τελευταία χρονιά.

Η πρώτη κατηγορία (ετερογενές φυτικό υλικό) θα εξαιρείται πλέον από την ισχύουσα περιοριστική νομοθεσία για την εμπορία των σπόρων. Θα μπορεί να διατεθεί στην αγορά με μια σχετικά απλή διαδικασία υποβολής «φακέλου» προς την αρμόδια αρχή, όπου θα περιλαμβάνεται περιγραφή των χαρακτηριστικών του υλικού. Η αρμόδια αρχή θα έχει προθεσμία τριών μηνών για να σχολιάσει την πληρότητα του φακέλου και να ζητήσει ενδεχομένως επιπλέον πληροφορίες. Μετά το τρίμηνο, εφόσον η αρμόδια αρχή δεν απορρίψει το φάκελο λόγω ελλιπών στοιχείων ή λόγω μη συμμόρφωσης με τον Κανονισμό, ο φάκελος θα θεωρείται αποδεκτός και ο σπόρος μπορεί να διατεθεί στην αγορά.

Οι λεπτομέρειες, που θα αφορούν το περιεχόμενο του φακέλου (περιγραφή των χαρακτηριστικών του υλικού, ελάχιστες ποσότητες, βλαστικότητα, καθαρότητα, υγεία, σήμανση, συσκευασία κ.α.) αναμένεται να δοθούν από την Επιτροπή με εφαρμοστικές πράξεις εντός του 2019. Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο επειδή είναι πιθανό η Επιτροπή να περιορίσει τις μεγάλες δυνατότητες, που προσφέρει για τη βιοποικιλότητα ο Κανονισμός. Γι' αυτό είναι απαραίτητη η διαρκής ενημέρωση των αγροτών και των καταναλωτών και οι παρεμβάσεις σε περίπτωση που υπάρξει τάση περιορισμού της ευκαιρίας που προσφέρει ο Κανονισμός για τις παραδοσιακές ποικιλίες.

Για τη δεύτερη κατηγορία (βιολογικές ποικιλίες) στόχος είναι να χαλαρώσουν τα κριτήρια «Διακριτότητα-Ομοιομορφία-Σταθερότητα (ΔΟΣ)» που σήμερα αποτελούν προϋπόθεση για να εισέλθουν αυτές οι ποικιλίες στην αγορά. Προβλέπονται 7ετή πειράματα σε διάφορες χώρες της ΕΕ ώστε να καθοριστούν τα νέα κριτήρια.


Δημιουργία βάσης δεδομένων – κατάργηση παρέκκλισης

Προβλέπεται η υποχρεωτική δημιουργία και τακτική ενημέρωση βάσης δεδομένων σε κάθε κράτος μέλος, όπου θα περιλαμβάνονται πληροφορίες για τη διαθεσιμότητα των βιολογικών σπόρων, ώστε να ενημερώνονται οι αγρότες και οι αρχές. Η βάση δεδομένων θα είναι διαθέσιμη δωρεάν στους παραγωγούς τόσο για να εισάγουν δεδομένα για το βιολογικό αναπαραγωγικό υλικό, που διαθέτουν όσο και για να αναζητούν βιολογικό αναπαραγωγικό υλικό. Μόνο αν αποδεδειγμένα δεν είναι διαθέσιμο συγκεκριμένο υλικό στη βάση δεδομένων, θα χορηγείται άδεια παρέκκλισης, ώστε να χρησιμοποιηθεί συμβατικός σπόρος.

Με την πρόβλεψη αυτή οι βιολογικοί παραγωγοί θα πρέπει υποχρεωτικά να επιλέγουν βιολογικό αναπαραγωγικό υλικό εφόσον αυτό είναι διαθέσιμο. Επομένως προβλέπεται να μειωθεί σημαντικά η χρήση των συμβατικών σπόρων στη βιολογική γεωργία, ενώ παράλληλα θα επικρατήσουν ποικιλίες προσαρμοσμένες στις αγρονομικές ανάγκες της βιολογικής γεωργίας, ενισχύοντας την εφαρμογή των αρχών και των προτύπων της βιολογικής γεωργίας (υψηλό επίπεδο βιοποικιλότητας, σπόροι βιολογικής ποιότητας).

Βιολογική γεωργία, υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο και παραδοσιακές ποικιλίες

Η βιολογική γεωργία προϋποθέτει τη βιοποικιλότητα, τη διατήρηση των φυσικών πόρων και την προστασία του περιβάλλοντος. Οι σπόροι των εμπορικών ποικιλιών έχει αποδειχθεί ότι δεν είναι κατάλληλοι για τη βιολογική γεωργία, επειδή απαιτούν χρήση χημικών τα οποία μολύνουν το έδαφος και ασφαλώς δεν επιτρέπονται στη βιολογική γεωργία. Επίσης, δεν προσαρμόζονται στις τοπικές εδαφικές και κλιματικές συνθήκες και δεν συμβάλλουν στη διατήρηση και την εξέλιξη της βιοποικιλότητας.

Οι βιοκαλλιεργητές είναι και αυτοί υποχρεωμένοι σήμερα να αγοράζουν αυτό που σήμερα αποκαλείται βιολογικός σπόρος από το εμπόριο. Μόνο αν δεν υπάρχει διαθέσιμος στο εμπόριο βιολογικός σπόρος για την ποικιλία που επιθυμούν, τους δίνεται ειδική άδεια για να καλλιεργήσουν και να αναπαράγουν σπόρο είτε συμβατικά καλλιεργημένο ή από παραδοσιακές ποικιλίες («άδεια παρέκκλισης»).

Μέχρι τώρα δηλαδή οι βιολογικοί καλλιεργητές σε όλη την Ευρώπη χρησιμοποιούν σπόρους οι οποίοι δεν είναι κατάλληλοι για τη βιολογική γεωργία.
Ωστόσο, ακόμη και με τη διαδικασία της «παρέκκλισης», που ακολουθούν σήμερα οι περισσότεροι βιοκαλλιεργητές, είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν ποικιλίες οι οποίες είναι προσαρμοσμένες τοπικά και είναι παραγωγικές. Ο κύριος λόγος είναι ότι η καλλιέργειά τους έχει εγκαταλειφθεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια, με την επικράτηση της εντατικής γεωργίας και πολλές έχουν πλέον εξαφανιστεί.
Προσπαθούν μόνοι τους να βελτιώσουν κάποιες ποικιλίες, ώστε να προσαρμοστούν και να γίνουν πιο αποδοτικές, και υπάρχουν περιπτώσεις πολύ επιτυχημένες (όπως πχ η καλλιέργεια της πιπεριάς Φλωρίνης από βιοκαλλιεργητές στο νομό Θεσσαλονίκης). Ωστόσο, η «βελτίωση» μιας ποικιλίας είναι πολυετής και απαιτητική εργασία και η φύση της δουλειάς των αγροτών δεν την ευνοεί.


H επαναλειτουργία του Εθνικού Κέντρου Σποροπαραγωγής, η οποία αποτελεί πάγιο αίτημα των βιοκαλλιεργητών, θα βοηθούσε σημαντικά.

Ο νέος Κανονισμός δίνει για πρώτη φορά τη δυνατότητα στους βιολογικούς καλλιεργητές να έχουν πρόσβαση, να καλλιεργούν, να αναπαράγουν και/ή να εμπορεύονται οι ίδιοι, το ετερογενές βιολογικό αναπαραγωγικό υλικό (σπόρους, μοσχεύματα, φυτά) με μια διαδικασία πολύ απλούστερη από αυτή που προβλέπεται για τη συμβατική γεωργία. Επίσης οι εμπορικές βιολογικές ποικιλίες θα έχουν δημιουργηθεί υπό πραγματικές συνθήκες βιολογικής γεωργίας. Έτσι, μειώνεται η εξάρτηση από τους συμβατικούς σπόρους, ανοίγει ο δρόμος για τη διάθεση μεγάλης ποικιλίας βιολογικών σπόρων από παραδοσιακές ποικιλίες στην αγορά και ενισχύεται η βιοποικιλότητα στη βιολογική γεωργία.

Είναι σημαντικό ωστόσο να παρακολουθούμε ενεργά τη διαδικασία έκδοσης των εφαρμοστικών πράξεων από την Επιτροπή, ώστε να διασφαλιστεί ότι αυτή η μεγάλη ευκαιρία του Κανονισμού δεν θα περιοριστεί και θα είναι καθοριστική για την ενίσχυση της βιοποικιλότητας μέσα από τις παραδοσιακές ποικιλίες σπόρων. Η ελπίδα όλων όσων συνέβαλαν σε αυτό το νομοθετικό αποτέλεσμα είναι μέσα στα επόμενα χρόνια, οι παλιές ποικιλίες σπόρων, που είναι πολύ πιο σύγχρονες από τις νέες όσον αφορά την προσαρμοστικότητα και την ευελιξία τους, να επικρατήσουν όχι μόνο στη βιολογική, αλλά και στη συμβατική αγορά.