Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

ΡΥΠΟΙ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ



 Η Αθήνα αντιμετωπίζει, ιδιαίτερα αυτό το χειμώνα, το πρόβλημα της αιθαλομίχλης και τα αιωρούμενα μικροσωματίδια, όμως δεν είναι η μοναδική πρωτεύουσα στον κόσμο με τέτοια προβλήματα. Το Λεκανοπέδιο έχει από χρόνια πρόβλημα με το νέφος. Η επαφή των ρύπων με το σώμα, η εισπνοή και η κατάποση τους, προκαλούν βλάβες στην υγεία αναμφισβήτητα. Μεγαλύτερη σημασία έχει η χρόνια και συστηματική δηλητηρίαση της τροφικής αλυσίδας από ορισμένους αερίους ρυπαντές, για τους οποίους δεν υπάρχουν δυστυχώς ολοκληρωμένες μελέτες. Ιστορικά το χειρότερο περιστατικό αέριας ρύπανσης, όχι από ατύχημα (διότι εκεί έχουμε φοβερά περιστατικά) έγινε το Δεκέμβριο του 1952 στο Λονδίνο. Τότε μια πυκνή παγωμένη ομίχλη κάθισε πάνω από την πόλη για τέσσερις συνεχείς μέρες, με αποτέλεσμα να αυξηθούν οι θάνατοι πάνω από τα φυσιολογικά επίπεδα. Είχαν υπολογισθεί 3500-4000 θάνατοι πάνω από τα κανονικά επίπεδα μέσα σε μια πόλη 8 εκατομμυρίων περίπου.

 Τα αίτια των θανάτων, που καταγράφηκαν οφείλονταν σε πνευμονικές παθήσεις και καρδιοπάθειες κυρίως λόγω της συσχέτισης συγκεντρώσεων του διοξειδίου του θείου (SΟ2) και του καπνού. Άλλη επίδραση είναι ότι οι ρυπαντές απορροφούν την ηλιακή ακτινοβολία, μειώνοντας την ένταση των ηλιακών ακτινών που φθάνουν στον άνθρωπο, καθώς και όπως λένε οι επιστήμονες, την ακτινοβολία ιονισμού που πηγάζει από ορισμένα ραδιενεργά ισότοπα. Εκτός από το δέρμα οι ρυπαντές στον αέρα, επιβαρύνουν τις λεγόμενες «εκτεθειμένες μεμβράνες» του οργανισμού, οι οποίες είναι πολύ ευαίσθητες. Δηλαδή οι αέριοι ρύποι π.χ. αέρια, ατμοί, καπνοί, σκόνες… προκαλούν ερεθισμό των μεμβρανών του οφθαλμού, της μύτης, των αναπνευστικών οδών, του τραχειοβρογχικού δέντρου και του πνευμονικού παρεγχύματος. Στα μάτια, το εσωτερικό των βλεφάρων και στο κερατοειδή χιτώνα εμφανίζεται σαν πρώτο σύμπτωμα το κάψιμο, το ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων, καθώς και το δάκρυσμα.


Οι αναπνευστικοί αγωγοί της μύτης αναγκάζουν τον ατμοσφαιρικό αέρα να "βρίσκει" στα τοιχώματα των αγωγών κάνοντας τις υγρές αυτές επιφάνειες μαζί με τα τριχίδια της μύτης να αμύνονται και να αφαιρούν ορισμένες ποσότητες ρυπαντών. Οι βλεννώδεις εκκρίσεις στις ρινικές κοιλότητες και στον φάρυγγα βοηθούν στην προστασία του επιθηλίου από ερεθισμούς προερχόμενους από ρύπους. Οι μηχανισμοί αυτοί προστασίας των αναπνευστικών οργάνων κατακρατούν σωματίδια το μέγεθος των οποίων είναι πάνω από 5 μικρά. Άλλος σημαντικότατος μηχανισμός προστασίας είναι το αισθητήριο της όσφρησης, που βοηθάει τον άνθρωπο να αποφύγει το επικίνδυνο περιβάλλον. Όμως πολλοί ρυπαντές δεν έχουν μυρωδιά όπως π.χ. το μονοξείδιο του άνθρακα. Ο μηχανισμός του βήχα δρα για να απομακρύνονται ανεπιθύμητα σωματίδια από το αναπνευστικό σύστημα. Και εδώ ο συνεχής ερεθισμός των πνευμόνων οδηγεί στον σχηματισμό υπερπλαστικών και μεγαπλαστικών κυττάρων, και οδηγεί σε καρκίνο των πνευμόνων.

 Αναφέρω μερικούς σημαντικούς αέριους ρυπαντές:

Διοξείδιο του Θείου (SO2)

Το διοξείδιο του θείου εμφανίζεται στον αέρα των αστικών περιοχών σαν προϊόν της καύσης των υδρογονανθράκων. Κυρίως όπου γίνεται μεγάλη κατανάλωση άνθρακα, σε αντίθεση με τις περιοχές στις οποίες γίνεται χρήση αερίου. Σε σχετικά χαμηλές συγκεντρώσεις η εισπνοή διοξειδίου του θείου από ζώα και ανθρώπους προκαλεί σπασμούς των λείων μυών των βρογχίολων. Σε λίγο υψηλότερες συγκεντρώσεις παρατηρείται αυξημένη έκκριση βλέννας στους αεραγωγούς της μύτης, ενώ ακόμη υψηλότερες συγκεντρώσεις προκαλούν σοβαρούς ερεθισμούς του βλεννογόνου. Την οξύτητα των επιδράσεων του διοξειδίου του θείου επιδεινώνει ο ψυχρός καιρός. Σε συνθήκες όπου οι ρύποι αλληλεπιδρούν με το ηλιακό φως, ορισμένα μέταλλα ως καταλύτες και την συγκέντρωση του διοξειδίου του θείου, το αέριο μετατρέπεται σε τριοξείδιο. Ακόμη το μίγμα των δύο αερίων, του διοξειδίου και τριοξειδίου του θείου παρουσία υδρατμών σχηματίζει το θειικό οξύ.

 Μονοξείδιο άνθρακα (CO)

Το μονοξείδιο του άνθρακα είναι ένα άχρωμο χωρίς οσμή αέριο και προέρχεται κυρίως από την ατελή καύση. Η δράση του αερίου συνδέεται άμεσα με την αιμοσφαιρίνη (αιμογλοβίνη) του αίματος. Το μονοξείδιο του άνθρακα είναι βλαβερό, διότι αφήνει λιγότερη αιμοσφαιρίνη, καθώς όταν σημαντική ποσότητα μονοξειδίου του άνθρακα ενώνεται μαζί της, τότε περιορίζεται η δέσμευση του οξυγόνου με αποτέλεσμα το οξυγόνο που εισέρχεται στους ιστούς να είναι λιγότερο.

Το πρόβλημα αυτό έχει γίνει οξύτερο τα τελευταία χρόνια λόγω της αύξησης του αριθμού των αυτοκινήτων.  Όταν δημιουργείται "νέφος", οι συγκεντρώσεις του μονοξειδίου του άνθρακα αυξάνονται σημαντικά με συνέπεια τους συχνούς πονοκεφάλους, εντονότερα σε όσους έχουν αναιμία. Σε υψηλές συγκεντρώσεις μπορεί να έχει δηλητηριώδη επίδραση.
 Φθοριούχα

Οι φθοριούχες ενώσεις διακρίνονται σ' αυτές που είναι σχετικά διαλυτές, στα ανθρώπινα υγρά και στις αδιάλυτες ή σ’αυτές που είναι πολύ ερεθιστικές και διαβρωτικές, όπως το υδροφθόριο και σ' αυτές που είναι αδρανείς.

Κύριες πηγές εκπομπής των φθοριούχων ενώσεων είναι οι βιομηχανίες τεχνητών λιπασμάτων, η παραγωγή αλουμινίου ή ορισμένοι τρόποι παραγωγής ειδικών χαλύβων.Ως χημικές δραστικές ενώσεις είναι ερεθιστικές στις επιφάνειες του σώματος, ιδιαίτερα σε υψηλές σχετικά συγκεντρώσεις. Παρόλα αυτά είναι ελάχιστα γνωστή η επίδραση των φθοριούχων ενώσεων στο αίμα από την εισπνοή.

 Καρκινογόνες Ουσίες

Οι καρκινογόνες ουσίες που προέρχονται από βιομηχανικές πηγές, π.χ. πολυκυκλικές οργανικές ενώσεις, 3,4 βενζοπυρένιο, και άλλες οργανικές ενώσεις Οι ενώσεις αυτές συνήθως προέρχονται από την ατελή καύση των υδρογονανθράκων και άλλων ανθρακούχων ενώσεων. Τέτοιου είδους πολυκυκλικές ενώσεις εκλύονται και από τις εξατμίσεις κάθε είδους τροχοφόρου.



Όζον (Ο3)

Το όζον του αέρα προέρχεται συνήθως από τη δράση των φωτοχημικών αντιδράσεων πάνω στα προϊόντα καύσης και εισέρχεται στα βαθύτερα σημεία των πνευμόνων. Σε πειράματα που έχουν γίνει σε πειραματόζωα βρέθηκε ότι αν αυξηθούν οι συγκεντρώσεις όζοντος τότε είναι δυνατόν να έχουμε πνευμονικό οίδημα ή να δημιουργηθούν ινόμορφες διογκώσεις στους βρόγχους.



 Από τις διάφορες έρευνες συμπεραίνεται ότι επίπεδα συγκεντρώσεων καπνού μεγαλύτερα των 300 μg/Μ3 και διοξειδίου του θείου πάνω από 600 μg/Μ3 μπορεί να προκαλέσει καρκίνο των πνευμόνων, που έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια.

Ιστορικά τρία δραματικά επεισόδια ρύπανσης, στην κοιλάδα Mause του Βελγίου (1930), στην Donora της Πενσυλβανίας (1948) και στο Λονδίνο (1952) ή ατυχήματα σε βιομηχανικά συγκροτήματα, όπως του Seveso (1976) και της Μπόπαλ της Ινδίας (1984), έδειξαν ότι σε ακραίες περιπτώσεις η αέρια ρύπανση μπορεί να προκαλέσει θανάτους και σοβαρές ασθένειες